Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου
τὴ συσκότιση στίχους ἰσχνοὺς
θὰ ἐπιδείξω ἀποκλεισμένους
ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,
θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος
τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ
τοὺς προηγούμενους
θὰ κλαίει.


Πεθαίνει αργά όποιος δεν ταξιδεύει
δεν διαβάζει…

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Η Αλαφροΐσκιωτη




Είδα ένα δάσος μακρινό
έβαλα μπρος  να  φτάσω…
Μα κει  ψηλά στον ουρανό
νέφη πλεγμένα αγέρα

Να σου προβάλει αλαργινά
μια παιχνιδιάρα αχτίδα
Την βλέπω και χαμογελώ
και δείχνω να πιστεύω

Ξάφνου ανοίγουν ουρανοί
και στάλες πλημμυρίζουν
Και τότε δάκρυα πυκνά
μάτωσαν την ψυχή μου

Και τρέχει ο νους μου μακριά…

Σε θάλασσες κοχύλια
και σ’ ένα απύθμενο γιατί
μες της ψυχής τα κύματα
χιονιάς και καταιγίδα

Και τότε πέταξε πουλί
και έσβησε τη σκέψη
Το βλέμμα μου τραβήχτηκε
απ’ της βροχής τη πλάνη

Κοίταξε το πετούμενο
και σκίρτησε η ψυχή μου
Τα δάκρυα στεγνώσανε
και σκέφτηκα πως θα’ ρθεις

Τότε πυκνό μυστήριο
εκάλυψε τη φύση
και εφάνης σαν μικρός Θεός
του έρωτα της δίψας

Και γω σε καλωσόρισα
ξανά μες την καρδιά μου
Αλήθεια πως δεν έφυγες
στιγμή απ’ τη ματιά μου

Θέλω να σφίξω  εδώ σιμά
την άκρη του ματιού σου
που με κοιτά καρτερικά
και μιας μου γνέφει λάθη

Πότε δε μου συγχώρεσες
την έννοια που σου είχα
του αθάνατου τ’ αγκάλιασμα
και της σιγής τα πάθη

Ξέμακρη μ΄ αναζήτησες
μα σαν ήρθα κοντά σου
για μια φόρα μου ζήτησες
να μπω στην αγκαλιά σου

Μα να της άρνης το νερό
με τρόμαξε και είδα
πως σαν μυστήριο σκοτεινό
θε να ναι η γη μαζί σου

Έτσι πια μόνη θα διαβώ
το δάσος της ζωής μου
Θα βλέπω δέντρα λυγερά
με χέρια απλωμένα

Μα θα ναι απάτης φρένιασμα
απλά κλαδιά ριγμένα
Και έτσι πια ξεμάκρυνα
Στο δάσος ούτε μπήκα…


Δημιουργός : MIPS


Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Βροχή



Το μουντόχρωμα του ουρανού 
ταιριάζει στην ψυχή μου
σα βρέχει…
Πλέρια γεμίζουνε τα μάτια μου
σταγόνες θάλασσα
σα βρέχει…
Και λούζονται τα μαλλιά μου 
μ’ ανάσες σου ζεστές
σα βρέχει…
Έλα και σφίξε μου το χέρι 
και δώσε μου πνοή
σα βρέχει…
Έλα και άγγιξε 
τις σφαλισμένες πόρτες 
της καρδιάς μου
σα βρέχει…
Έλα και σβήσε μου τη δίψα 
με μια σου λέξη
σα βρέχει…
Έλα και πες μου σ’ αγαπώ
σαν να’ ναι η τελευταία φορά
που βλέπουμε βροχή…
και άσε ν’ ανθίσει για πάντα
το ουράνιο τόξο στα μάτια των παιδιών
Και γω ας μην υπάρχω πια…
Φτάνει που έζησα για μια στιγμή
 μες απ’ τα μάτια σου
σαν γυάλισαν οι δρόμοι απ’ τη βροχή

Δημιουργός :MIPS

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Νυχτερινό



Έφυγες…
Δε ρώτησες αν μου’ χει μείνει ανάσα.
Δεν άντεξες της ψυχής την ορμή.
Δεν γεύτηκες του ονείρου το χάδι.
Και  'γω, εδώ.
Μένω στο στερέωμα της νύχτας
να σ΄ ακολουθώ.
Πηγαίνω τον δρόμο της δίψας
για το χαμένο όνειρο.
Αντέχω τόση μοναξιά.

Παίρνω το δρόμο του φευγιού.
Μέσα στη νύχτα.
Φώτα ολούθε αναψοκοκκινίζουν.
Τρεμοπαίζουν και διαδοχικά σβήνουν
καθώς τα προσπερνώ.
Κοιτάζω χωρίς να τα βλέπω,
γιατί τα μάτια της καρδιάς μου
είναι σφαλισμένα,
συγκεντρωμένα μόνο πάνω σου.
Προσπερνώ τα σκοτεινιασμένα σπίτια.
Οσμίζομαι τις νότες τις βροχής,
καθώς χτυπούν ανελέητα τα τζάμια.
Και ξεμακραίνω με ιλιγγιώδη ταχύτητα,
Χωρίς προορισμό.

Και φεύγω…
Φεύγω για να μη γευτώ
του αποχαιρετισμού τα πικραμύγδαλα.
Φεύγω.
Για να μη νιώσω του χειμώνα την φύση.
Φεύγω για να μην υπάρξω χωρίς εσένα.


Δυο παιδικά μάτια με κοιτούν
δακρυσμένα.
Μια ανάσα αθώα καθισμένη
σε ψηλό μαντρότοιχο με κοιτά
και με σφαλίζει για πάντα.
Όχι δε μπορώ να ξεπεζέψω
από της ζωής μου το άρμα
Όχι δε μπορώ να μηνύσω
του τέλους την ύπαρξη
Όχι δε μπορώ να φιλήσω
του Άδη τα χείλη

Δυο παιδικά μάτια αθώα με κοιτούν
και μου στέλνουν πνοές ανάγκης
Δυο μάτια από ψηλό μαντρότοιχο,
δυο χέρια με κρατούνε για πάντα
Και δεν αντέχω να φύγω.
Τρέχω με ιλιγγιώδη ταχύτητα
Προσπερνώ ανυποψίαστους διαβάτες
Χαμογελώ κι ας μην πιστεύω πια στη χαρά

Δακρύζω
Κραυγάζω
Σπαράζω
Κανείς δεν μ΄ακούει.
Γιατί;
Γιατί δε μ΄ ακούτε.
Ε… διαβάτες ,
εσείς που ξεμακραίνετε
και μ΄ αφήνετε μόνη
Γιατί δε μ΄ αγγίζετε;
Γιατί δε με βλέπετε;
Μόνο χαμογελάτε.

Τρέχω προσπερνώντας πανύψηλα δάση
Μπαξέδες ξέχειλους με αρώματα λήθης
Ουρανούς ξάστερους με πανσέληνους μαύρες
Και θέλω να φτάσω στο αδιέξοδο της μοίρας
Σε γκρεμό βαθύ να πετάξω,
Σαν πουλί να πετάξω και να βρω λυτρωμό
απ’ της ψυχής μου τα πάθη.
Μα δε μπορώ..

Δυο μάτια παιδικά με κοιτούν
Μου μιλούν
και μου λένε
«Ζήσε!»

Δημιουργός: MIPS

Εφιάλτης



Υπάρχουν ολόκληροι άνθρωποι;

Γύρω μου
ακρωτηριασμένα μέλη
Ψυχές αλλού
Σώματα αλλού
Μυαλά πεταμένα
σε αχανείς αβύσσους
Κάθε νύχτα ο ίδιος εφιάλτης
Κάθε νύχτα ο ίδιος εφιάλτης
νεκρής γυναίκας
με ρούχα κόκκινα
Με κοιτά
μου χαμογελά
και σφίγγει τη ζώνη του παλτού της,
έτοιμη να φύγει
Μα μένει εκεί και με κοιτά
Στα μάτια με κοιτά με ικεσία
και μου χαμογελά
και με προσμένει
Δε μπορώ να σταματήσω
Δε μπορώ να σταματήσω
Με μαγνητίζει η ματιά της
...με μαγεύει
Και ξεμακραίνω
από τον κόσμο
Και κλείνομαι
Και κλείνομαι
Τα μάτια μου παίρνουν φωτιά
Τα χείλη υγραίνονται
Η ψυχή ξεμακραίνει
Και χάνεται
Χάνεται...

Μέλη ακρωτηριασμένα
Ψυχές... κορμιά ματωμένα
Υπάρχουν ολόκληροι άνθρωποι;
Δεν ξέρω…

Δημιουργός: MIPS